πόρπη

πόρπη
Αντικείμενο από μέταλλο (χαλκό, σίδερο, άργυρο ή χρυσό στην αρχαιότητα) συμπληρωμένο συχνά με άλλες ύλες (κυρίως κόκαλο ή ελεφαντοστό στην αρχαιότητα, πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους αργότερα) που χρησιμεύει από τους αρχαιότατους χρόνους για να στερεώνει τα ενδύματα, ζώνες, παπούτσια και άλλα είδη αμφίεσης. Ήδη από τους τελευταίους μυκηναϊκούς χρόνους, όταν αλλάζει και ο τύπος του ενδύματος, αρχίζουν οι Αιγαίοι να χρησιμοποιούν αυτό το είδος της στήριξης του. Η π., στην πρώιμη αυτή εποχή, απαντά σε δύο κυρίως τύπους, τον «βιολόσχημο» και τον «τοξοειδή», που μοιάζουν σε γενική μορφή με τη σημερινή «παραμάνα». Οι τύποι αυτοί έχουν μεγάλη διάδοση τόσο στην Ελλάδα όσο και στη βόρεια Ευρώπη και στην Ιταλία, και ορισμένοι μελετητές θεωρούν το Βορρά ως τόπο καταγωγής τους. Το τόξο εμφανίζεται σε αρκετές παραλλαγές τόσο στη διαμόρφωσή του (απλό, οφιοειδές ή φυλλόσχημο) όσο και στη διακόσμησή του. Στους γεωμετρικούς και αρχαϊκούς χρόνους, οπότε η μόδα της π. βρίσκεται στη μεγαλύτερη άνθησή της, δημιουργούνται ή εισάγονται νέοι τύποι. Ο τύπος των σπειροειδών π. φαίνεται ότι εισάγεται από το Βορρά και δεν είναι τυχαίο ότι στον ελλαδικό χώρο η περιοχή όπου κατεξοχήν βρίσκονται τέτοιου είδους π. είναι η Μακεδονία. Οι παλιότεροι τοξοειδείς τύποι εξάλλου απαντούν τώρα σε πλήθος παραλλαγών. Το τόξο γεμίζει με σειρές από χάλκινες χάντρες ή διαμορφώνεται σε σχήμα φύλλου, πλοιάριου, αλόγου που καλπάζει, και στολίζεται με πλούσια διακόσμηση σε τεχνική εγχάρακτη ή «tremolο». Εντυπωσιακές στη γεωμετρική περίοδο είναι οι βιοιωτικές π. με το σκυφωτό τόξο και τη χαρακτηριστική μεγάλη πλάκα, που αποτελεί το ανώτερο τμήμα του θηλυκώματος και στολίζεται με εγχάρακτες παραστάσεις ζώων, ψαριών, πουλιών ή μυθολογικές. Στα νησιά δημιουργείται ένας άλλος χαρακτηριστικός τύπος με ολόγλυφες ζωικές ή ανθρώπινες μορφές στο τόξο ή με μια απλή μπάλα και μια μακρόστενη κατά το ύψος πλάκα. Άλλοι ανάλογοι τύποι διαμορφώνονται σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως ο θεσσαλικός τύπος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τη μακρόστενη και κοίλη στο επάνω μέρος πλάκα, ένας τύπος της Αττικοβοιωτίας κλπ. Στις ελληνικές αποικίες της Ιταλίας, ένας άλλος τύπος με μακρόστενο θηλυκωτήρα και μεγάλη χρήση οστέινων χαντρών στο τόξο είναι χαρακτηριστικός, ενώ στη Μικρά Ασία το τόξο στολίζεται με συμπαγείς χάντρες, που βγαίνουν από τον ίδιο τον κορμό του τόξου. Μια παραλλαγή του τύπου αυτού με πιο γωνιώδες το τόξο δημιουργείται στην Κύπρο. Οι τύποι της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής που συναντούμε στα ιερά ως αφιερώματα είναι πολλές φορές μεγαλύτερων διαστάσεων από ό,τι της κοινής χρήσης. Φαίνεται λοιπόν πως μερικές π. γίνονταν αποκλειστικά για αφιερώματα και ίσως όχι από απλούς τεχνίτες, αλλά από πραγματικούς καλλιτέχνες, όπως δείχνει η ωραία τέχνη, μερικών από αυτές, που μπορεί να παραβληθεί με άλλα έργα μικροτεχνίας. Οι περισσότεροι τύποι των γεωμετρικών-αρχαϊκών χρόνων επιβιώνουν και στους κλασικούς με ορισμένες παραλλαγές στις λεπτομέρειες. Στους κλασικούς χρόνους πάντως, όπως και στους προκλασικούς, η π. χρησιμοποιείται πολύ, όπως συμπεραίνεται από το πλήθος που βρέθηκε στα μεγάλα ιερά, όπως της Ολυμπίας, της Ορθίας Aρτέμιδος στη Σπάρτη, στην Ιαλυσσό της Ρόδου, καθώς και σε νεκροταφεία (Βεργίνα, Περατή, Θήρα κ.ά.). Μετά η χρήση της π. στην Ελλάδα περιορίζεται, ενώ στην Ιταλία και στη βόρεια Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της ενδυμασίας. Στους χριστιανικούς χρόνους οι π., με τις επιγραφές και τα θρησκευτικά τους σύμβολα, γίνονται σημεία αναγνώρισης των χριστιανών κατά τους διωγμούς. Πολύ μεταχειρίζονται τις πόρπες οι βαρβαρικοί λαοί, οι οποίοι τις διακοσμούν με σμάλτα, καμέες και διάφορα άλλα στολίδια, εμπνευσμένα συνήθως από το ζωικό κόσμο. Στους μεσαιωνικούς χρόνους η π. χάνει τον πρακτικό της χαρακτήρα και είναι περισσότερο διακοσμητική. Η παρακμή της αρχίζει από τον 14o αι., οπότε η χρήση της περιορίζεται στις ζώνες και στα ιερά άμφια. Το 17o και 18o αι. επανέρχεται η μόδα της, αλλά τώρα χρησιμοποιείται κυρίως για τη διακόσμηση των παπουτσιών. Το διακοσμητικό αυτό χαρακτήρα, γενικευμένο, θα διατηρήσει ως τις μέρες μας. Για τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονταν οι π. στην αρχαιότητα, δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία στην Ελλάδα, δεν έχουν βρεθεί δηλαδή μήτρες ή κάτι σχετικό. Περισσότερο διαφωτίζεται το θέμα από ευρήματα της Ιταλίας. Φαίνεται πως οι μεγαλύτερες κατασκευάζονταν χυτές και οι μικρότερες με τη μέθοδο του λιωμένου κεριού (cire perdue). Μια σειρά πάντως από πόρπες, που βρέθηκαν σε ελληνικά και σε ιταλικά ιερά, κατατάσσονται στα αριστουργήματα της χρυσοχοϊκής. Γεωμετρική πόροη από το Ιδαίο Άντρο (βοιωτικός τύπος, αρχ. 7ου αι. π.Χ.) των αρχών του 7ου π.Χ. αιώνα, έχει στην επιφάνεια της πλάκας παράσταση δύο τοξοτών πάνω από πλοίο, κάτω από το οποίο η θάλασσα δηλώνεται με την παρατακτική παράσταση των ψαριών (στην άλλη όψη εικονίζεται ο Ηρακλής με το Μολιόνη). Βοιωτικές πόρπες γεωμετρικής εποχής. Το μέγεθος πολλών βοιωτικών πορπών εξηγείται από το ότι τις χρησιμοποιούσαν ως αναθήματα και όχι για πρακτικούς σκοπούς. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Διακοσμητική πόρπη του οίκου Lalique (φωτ. ΑΠΕ). Χάλκινη ετρουσκική πόρπη του 3ου π.Χ. αιώνα με ανθρώπινες μορφές, χαρακτηριστική της πρωτοτυπίας και της τεχνικής αρτιότητας της ετρουσκικής τέχνης. (Ρώμη, Έπαυλη Τζούλια) Πόρπη ζώνης με χαραγμένη την χρονολογία 1837 από την Κερμίρα Μ. Ασίας (φωτ. ΑΠΕ).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πόρπη — brooch fem nom/voc sg (attic epic ionic) πορπάω fasten with a brooch pres imperat act 2nd sg (doric) πορπάω fasten with a brooch pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) πορπάω fasten with a brooch imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρπῃ — πόρπη brooch fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πόρπη — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 40 μ.), στην πρώην επαρχία Κομοτηνής, του νομού Ροδόπης …   Dictionary of Greek

  • πόρπη — η το θηλυκωτήρι, ο τοκάς, η αγκράφα η καρφίτσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πόρπαι — πόρπη brooch fem nom/voc pl πόρπᾱͅ , πόρπη brooch fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορπῶν — πόρπη brooch fem gen pl πορπάω fasten with a brooch pres part act masc voc sg πορπάω fasten with a brooch pres part act neut nom/voc/acc sg πορπάω fasten with a brooch pres part act masc nom sg (attic epic ionic) πορπάω fasten with a brooch pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρπαις — πόρπη brooch fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρπαισι — πόρπη brooch fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρπαισιν — πόρπη brooch fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόρπην — πόρπη brooch fem acc sg (attic epic ionic) πορπάω fasten with a brooch imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) πορπάω fasten with a brooch imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”